
Βράδυ Σαββάτου κι εσύ είσαι κάπου
άραγε που να βρίσκεσαι, για τι να λες
Περνάει ο χρόνος, βαρύς και μόνος
κι όλες τις σκέψεις μου για σένα δεν τις θες
Ο Χρήστος Κυριαζής έγραψε.
Ο ίδιος μελοποίησε.
Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου ερμήνευσε.
Το παιδί της πένας κατέγραψε.
Όλοι είχαμε ένα Σάββατο. Κάποτε. Και είχαμε έναν "εσύ" που ήταν κάπου. Αναρωτιόμασταν που να είναι, γιατί θέλαμε να πάμε να τον δούμε. Χωρίς να μας δει. Να τον κοιτάξουμε, για να νιώσουμε όλα αυτά που αισθανόμασταν σαν στα μάτια μας καθρεφτίζονταν οι κινήσεις του.
Ο χρόνος περνούσε. Και συνεχίζει να περνάει. Βαριοί και μόνοι. Γιατί έτσι γεννηθήκαμε. Την πρώτη στιγμή της ζωής του ο άνθρωπος κλαίει. Κλαίει γιατί το οξυγόνο του έξω κόσμου εισχωρεί για πρώτη φορά μέσα του και αυτό τον συγκλονίζει. Ταράζει τον οργανισμό του. Χα! Μάλλον λάθος μας τα είπαν. Κλαίει γιατί το οξυγόνο που μυρίζει είναι αυτό του σάπιου και του δύσκολου.
Σκέψεις περνούν από το κεφάλι του καθώς μεγαλώνει. Έχουν να κάνουν με όλα. Το παιδί της πένας γεννήθηκε σε μια Αθήνα περίεργη. Έτοιμη να... αλλάξει προς τον νεοσυντηριτισμό. Και διδάχθηκε να ζει επειδή γεννήθηκε. Όχι να ζει επειδή ΠΡΕΠΕΙ να ζει. Αφού βγήκες, θα ζήσεις και θα παλέψεις. Δεν ήταν επιλογή σου, αλλά γιατί να φύγεις; Μήπως ξέρεις που θα πας; Μπα...
Οι σκέψεις του καθενός είναι για τον εαυτό του. Μόνο. Το τι λέει προς τα έξω, δεν έχει απολύτως καμία σχέση με αυτά που σκέφτεται όταν είναι στο δωμάτιό του, μόνος.
Εσύ που διαβάζεις. Ζήσε επειδή γεννήθηκες. Μην ζεις για κάποιο συγκεκριμένο αντικείμενο, πρόσωπο, σκοπό, ιδέα. Απλά ζήσε επειδή βγήκες σε αυτόν τον κόσμο. Μην σκέφτεσαι τίποτα. Carpe diem, carpe noctem. Άδραξε την μέρα, άδραξε την νύχτα.
Κάνε ότι θες. Εξάλλου όλες τις σκέψεις μου για σένα, δεν τις θες.
Το παιδί της πένας